Create a Joomla website with Joomla Templates. These Joomla Themes are reviewed and tested for optimal performance. High Quality, Premium Joomla Templates for Your Site
<

Στρατής Τσίρκας

tsirkas

Ο Γιάννης Χατζηανδρέας, που έμελλε να τιμήσει τα ελληνικά γράμματα με το όνομα Στρατής Τσίρκας, γεννήθηκε το 1911. Μοίρασε τη ζωή του - όση δεν του 'κλεψε ο σκληρός βιοπορισμός -στην τέχνη και στους κοινωνικούς αγώνες...

Από τα πρώτα νεανικά του χρόνια, μόλις αποφοίτησε από την Αμπέτειο Σχολή (εμπορικό τμήμα), αναγκάστηκε να δουλέψει σε εκκοκκιστήριο βάμβακος ως λογιστής και κατόπιν διευθυντής του εργοστασίου στην Άνω Αίγυπτο, όπου πέρασε μια δεκαετία. Από τα πρώτα νεανικά του χρόνια επίσης, διάβαζε άπληστα και άρχισε να δημοσιεύει σε περιοδικά της Αιγύπτου και της Ελλάδας ποιητικές μεταφράσεις και μικρά κείμενά του.

Στην Αλεξάνδρεια όπου κατεβαίνει για διακοπές, έρχεται σε επαφή με τον κόσμο των γραμμάτων (το 1930 γνώρισε και τον Καβάφη), καθώς και με τους κύκλους των κομμουνιστών, χώρο στον οποίο και εντάσσεται.

Το 1937 παντρεύεται την Αντιγόνη Κερασσώτη. Το γαμήλιο ταξίδι στην Ευρώπη της ναζιστικής επιβολής και του Ισπανικού Εμφυλίου, αλλά και του γαλλικού Λαϊκού Μετώπου, θα τον γεμίσει παραστάσεις αναγνωρίσιμες σ' όλο το έργο του. Στο Παρίσι λαμβάνει μέρος στο Β' Διεθνές Συνέδριο των Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας εναντίον του Φασισμού, όπου γράφει τον περίφημο Όρκο ζωής στον δολοφονημένο Λόρκα, που απαγγέλλει ο Αραγκόν και υπογράφουν όλοι οι σύνεδροι.

Από το 1938 και ως την οριστική του εγκατάσταση στην Ελλάδα (1963) διευθύνει βυρσοδεψείο στην Αλεξάνδρεια.

Το 1937 εκδίδει τους "Φελλάχους", ποιήματα εμπνευσμένα από την εμπειρία του στην Άνω Αίγυπτο~ το 1938, "Το Λυρικό Ταξίδι", και το 1944 την πρώτη συλλογή διηγημάτων "Αλλόκοτοι Άνθρωποι". Ο "Προτελευταίος Αποχαιρετισμός" και το "Ισπανικό Ορατόριο" (1946) θα είναι και ο αποχαιρετισμός του στην ποίηση. Θα ασχοληθεί εφεξής με την πεζογραφία και το δοκίμιο.

Στη διάρκεια του πολέμου, διοχετεύει τη δράση του στην οργάνωση του Κομμουνιστικού Κόμματος (Αντιφασιστική Πρωτοπορία) και στον ευρύτερο χώρο του Ελληνικού Απελευθερωτικού Συνδέσμου (ΕΑΣ), όπως και στη σύνταξη του περιοδικού "Έλλην", και σε παράνομα φύλλα.

Το κίνημα του Απρίλη του 1944 - η εξέγερση του Στρατού και του Στόλου - και η δραματική καταστολή του, γεγονότα που τα έζησε απ' τα μέσα, θα είναι μια τραυματική εμπειρία, η οποία θα στοιχειώνει το μεταγενέστερο έργο του, από τη συλλογή "Ο Απρίλης είναι πιο σκληρός" (1947) ως τη λυτρωτική κατάθεσή της στον τρίτο τόμο της τριλογίας.

Μέσα στον πόλεμο εκδίδει σειρές διηγημάτων, δημοσιεύει λογοτεχνικά κείμενα και άρθρα, εκτενή μελέτη για τον Δημοσθένη Βουτυρά στην "Αλεξανδρινή Λογοτεχνία 1948" και στο ίδιο περιοδικό, το 1950, για τον Νίκο Νικολαΐδη τον Κύπριο, που θεωρούσε δάσκαλό του.

Το 1956, στη διάρκεια της κρίσης του Σουέζ, γράφει "με μιαν ανάσα" τη νουβέλα "Νουρεντίν Μπόμπα", θερμή συνηγορία για τους αγώνες του αιγυπτιακού λαού.

Ύστερα από πολύμοχθη έρευνα, το 1958 εκδίδει το βιβλίο του "Ο Καβάφης και η Εποχή του" (κρατικό βραβείο βιογραφίας), που τάραξε τα νερά και έδωσε νέα κατεύθυνση στις καβαφικές μελέτες. (Οι έρευνές του θα συμπληρωθούν αργότερα, το 1971, με τον "Πολιτικό Καβάφη"). Αλλά και με τη συνεισφορά του στο τιμητικό αφιέρωμα "Για τον Σεφέρη" (1961), "Μια άποψη για το "Ημερολόγιο Καταστρώματος, β'"", άνοιξε ορίζοντες για μιαν άλλη προσέγγιση του σεφερικού έργου.

Το 1961 εκδίδει τη "Λέσχη", πρώτο τόμο των "Ακυβέρνητων Πολιτειών", που θα του κοστίσει τη διαγραφή του από την οργάνωση των Ελλήνων κομμουνιστών της Αιγύπτου για την τόλμη του να καταγγείλει νοοτροπίες και συμπεριφορές ηγετικών στελεχών του αριστερού κινήματος που ευτελίζουν ιδανικά και αγώνες.

Το 1962 κυκλοφορεί ο δεύτερος τόμος της τριλογίας του "Αριάγνη." Μετά την εγκατάστασή του στην Ελλάδα, ασχολείται με τη συγγραφή του τρίτου τόμου, της "Νυχτερίδας", που θα εκδοθεί το 1965. Δημοσιεύει κείμενα, κυρίως στην "Επιθεώρηση Τέχνης", ενώ ασχολείται παράλληλα με την κριτική βιβλίου και το κοινωνικό ρεπορτάζ στον "Ταχυδρόμο".

Στη διάρκεια της δικτατορίας, αναλαμβάνει καθοδηγητικό ρόλο στο Πατριωτικό Μέτωπο (ΠΑΜ) και, μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ, εντάσσεται στο ΚΚΕ Εσωτερικού. Εκπονεί μεταφράσεις σημαντικών έργων και, μετά την άρση της προληπτικής λογοκρισίας, πρωτοστατεί στην αντιδικτατορική έκδοση των "18 Κειμένων" και των "Νέων Κειμένων." Συνεργάζεται επίσης με το αντιδικτατορικό περιοδικό "Η Συνέχεια".

Το 1972, η γαλλική έκδοση των "Ακυβέρνητων Πολιτειών" αποσπά το βραβείο του καλύτερου ξένου βιβλίου.

Το 1976 εκδίδεται "Η Χαμένη Άνοιξη," το αθηναϊκό του μυθιστόρημα, που θα ήταν το πρώτο μέρος μιας άλλης τριλογίας. Το βιβλίο όμως έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του Τσίρκα, που πέθανε στις 27 Ιανουαρίου 1980.

Βιβλία του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, ισπανικά, ιταλικά, ρουμανικά, τουρκικά, αραβικά.

Χρύσα Προκοπάκη (από το επίμετρο στη νέα έκδοση της Λέσχης)

tsirkas

Ο Γιάννης Χατζηανδρέας, που έμελλε να τιμήσει τα ελληνικά γράμματα με το όνομα Στρατής Τσίρκας, γεννήθηκε το 1911. Μοίρασε τη ζωή του - όση δεν του 'κλεψε ο σκληρός βιοπορισμός -στην τέχνη και στους κοινωνικούς αγώνες...

Από τα πρώτα νεανικά του χρόνια, μόλις αποφοίτησε από την Αμπέτειο Σχολή (εμπορικό τμήμα), αναγκάστηκε να δουλέψει σε εκκοκκιστήριο βάμβακος ως λογιστής και κατόπιν διευθυντής του εργοστασίου στην Άνω Αίγυπτο, όπου πέρασε μια δεκαετία. Από τα πρώτα νεανικά του χρόνια επίσης, διάβαζε άπληστα και άρχισε να δημοσιεύει σε περιοδικά της Αιγύπτου και της Ελλάδας ποιητικές μεταφράσεις και μικρά κείμενά του.

Στην Αλεξάνδρεια όπου κατεβαίνει για διακοπές, έρχεται σε επαφή με τον κόσμο των γραμμάτων (το 1930 γνώρισε και τον Καβάφη), καθώς και με τους κύκλους των κομμουνιστών, χώρο στον οποίο και εντάσσεται.

Το 1937 παντρεύεται την Αντιγόνη Κερασσώτη. Το γαμήλιο ταξίδι στην Ευρώπη της ναζιστικής επιβολής και του Ισπανικού Εμφυλίου, αλλά και του γαλλικού Λαϊκού Μετώπου, θα τον γεμίσει παραστάσεις αναγνωρίσιμες σ' όλο το έργο του. Στο Παρίσι λαμβάνει μέρος στο Β' Διεθνές Συνέδριο των Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας εναντίον του Φασισμού, όπου γράφει τον περίφημο Όρκο ζωής στον δολοφονημένο Λόρκα, που απαγγέλλει ο Αραγκόν και υπογράφουν όλοι οι σύνεδροι.

Από το 1938 και ως την οριστική του εγκατάσταση στην Ελλάδα (1963) διευθύνει βυρσοδεψείο στην Αλεξάνδρεια.

Το 1937 εκδίδει τους "Φελλάχους", ποιήματα εμπνευσμένα από την εμπειρία του στην Άνω Αίγυπτο~ το 1938, "Το Λυρικό Ταξίδι", και το 1944 την πρώτη συλλογή διηγημάτων "Αλλόκοτοι Άνθρωποι". Ο "Προτελευταίος Αποχαιρετισμός" και το "Ισπανικό Ορατόριο" (1946) θα είναι και ο αποχαιρετισμός του στην ποίηση. Θα ασχοληθεί εφεξής με την πεζογραφία και το δοκίμιο.

Στη διάρκεια του πολέμου, διοχετεύει τη δράση του στην οργάνωση του Κομμουνιστικού Κόμματος (Αντιφασιστική Πρωτοπορία) και στον ευρύτερο χώρο του Ελληνικού Απελευθερωτικού Συνδέσμου (ΕΑΣ), όπως και στη σύνταξη του περιοδικού "Έλλην", και σε παράνομα φύλλα.

Το κίνημα του Απρίλη του 1944 - η εξέγερση του Στρατού και του Στόλου - και η δραματική καταστολή του, γεγονότα που τα έζησε απ' τα μέσα, θα είναι μια τραυματική εμπειρία, η οποία θα στοιχειώνει το μεταγενέστερο έργο του, από τη συλλογή "Ο Απρίλης είναι πιο σκληρός" (1947) ως τη λυτρωτική κατάθεσή της στον τρίτο τόμο της τριλογίας.

Μέσα στον πόλεμο εκδίδει σειρές διηγημάτων, δημοσιεύει λογοτεχνικά κείμενα και άρθρα, εκτενή μελέτη για τον Δημοσθένη Βουτυρά στην "Αλεξανδρινή Λογοτεχνία 1948" και στο ίδιο περιοδικό, το 1950, για τον Νίκο Νικολαΐδη τον Κύπριο, που θεωρούσε δάσκαλό του.

Το 1956, στη διάρκεια της κρίσης του Σουέζ, γράφει "με μιαν ανάσα" τη νουβέλα "Νουρεντίν Μπόμπα", θερμή συνηγορία για τους αγώνες του αιγυπτιακού λαού.

Ύστερα από πολύμοχθη έρευνα, το 1958 εκδίδει το βιβλίο του "Ο Καβάφης και η Εποχή του" (κρατικό βραβείο βιογραφίας), που τάραξε τα νερά και έδωσε νέα κατεύθυνση στις καβαφικές μελέτες. (Οι έρευνές του θα συμπληρωθούν αργότερα, το 1971, με τον "Πολιτικό Καβάφη"). Αλλά και με τη συνεισφορά του στο τιμητικό αφιέρωμα "Για τον Σεφέρη" (1961), "Μια άποψη για το "Ημερολόγιο Καταστρώματος, β'"", άνοιξε ορίζοντες για μιαν άλλη προσέγγιση του σεφερικού έργου.

Το 1961 εκδίδει τη "Λέσχη", πρώτο τόμο των "Ακυβέρνητων Πολιτειών", που θα του κοστίσει τη διαγραφή του από την οργάνωση των Ελλήνων κομμουνιστών της Αιγύπτου για την τόλμη του να καταγγείλει νοοτροπίες και συμπεριφορές ηγετικών στελεχών του αριστερού κινήματος που ευτελίζουν ιδανικά και αγώνες.

Το 1962 κυκλοφορεί ο δεύτερος τόμος της τριλογίας του "Αριάγνη." Μετά την εγκατάστασή του στην Ελλάδα, ασχολείται με τη συγγραφή του τρίτου τόμου, της "Νυχτερίδας", που θα εκδοθεί το 1965. Δημοσιεύει κείμενα, κυρίως στην "Επιθεώρηση Τέχνης", ενώ ασχολείται παράλληλα με την κριτική βιβλίου και το κοινωνικό ρεπορτάζ στον "Ταχυδρόμο".

Στη διάρκεια της δικτατορίας, αναλαμβάνει καθοδηγητικό ρόλο στο Πατριωτικό Μέτωπο (ΠΑΜ) και, μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ, εντάσσεται στο ΚΚΕ Εσωτερικού. Εκπονεί μεταφράσεις σημαντικών έργων και, μετά την άρση της προληπτικής λογοκρισίας, πρωτοστατεί στην αντιδικτατορική έκδοση των "18 Κειμένων" και των "Νέων Κειμένων." Συνεργάζεται επίσης με το αντιδικτατορικό περιοδικό "Η Συνέχεια".

Το 1972, η γαλλική έκδοση των "Ακυβέρνητων Πολιτειών" αποσπά το βραβείο του καλύτερου ξένου βιβλίου.

Το 1976 εκδίδεται "Η Χαμένη Άνοιξη," το αθηναϊκό του μυθιστόρημα, που θα ήταν το πρώτο μέρος μιας άλλης τριλογίας. Το βιβλίο όμως έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του Τσίρκα, που πέθανε στις 27 Ιανουαρίου 1980.

Βιβλία του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, ισπανικά, ιταλικά, ρουμανικά, τουρκικά, αραβικά.

Χρύσα Προκοπάκη (από το επίμετρο στη νέα έκδοση της Λέσχης)

2

Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες και τα διλήμματά τους

Του Αλέξη ΖΗΡΑ

ΣΤΡΑΤΗΣ ΤΣΙΡΚΑΣ, "Ακυβέρνητες Πολιτείες", 1. "Η λέσχη", 2. "Αριάγνη", 3. "Η νυχτερίδα", επιμέλεια Χρύσα Προκοπάκη, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2005

Αν συμβουλευθούμε τη "Βιβλιογραφία Στρατή Τσίρκα" (1979) της Κατερίνας Πλασσαρά, θα δούμε ότι στην πρώτη περίοδο των λογοτεχνικών του αναζητήσεων ο νεαρός Γιάννης Χατζηανδρέας διακρίνεται για τον εμπνευσμένο του λυρισμό. Ξεκινάει στα χρόνια 1927 - 1928, δημοσιεύοντας σε έντυπα της Αιγύπτου τρία αλληγορικά πεζά με έντονα συγκινημένο τόνο, αρκετά κοντά ως είδος στα πεζοτράγουδα των "Ανθρώπινων και άνθινων ζωών" που είχε εκδώσει το 1920 ο Κύπριος την καταγωγή πεζογράφος Νίκος Νικολαϊδης. Ήταν φίλος του Τσίρκα από πολύ παλιά, εγκατεστημένος όπως και εκείνος στο Κάιρο, αλλά επίσης, όπως μπορούμε να πούμε σήμερα με αρκετή σιγουριά "και δάσκαλός του". Είναι εντυπωσιακό, για παράδειγμα, ότι στην εποχή που γυρεύει τον προσανατολισμό του προς τη μεγάλη αφηγηματική σύνθεση, ανάμεσα στα πιο μακρινά του πρότυπα συγγραφέων που τον γοητεύουν με την τεχνική τους, τη Γαλλίδα Έλσα Τριολέ και τον Αμερικανό Έρσκιν Κόλντγουελ, βρίσκει αξιοσύστατη την παρατήρηση του Νικολαΐδη για την παρουσία της επανάληψης ("μάλλον ένα σινιάλο, ένα μικρό μουσικό μοτίβο") στη ροή της μυθοπλασίας. Ο Νικολαΐδης είχε μια ιδιαίτερη προτίμηση σ' αυτό το μεικτό είδος, της ποιητικής πρόζας ή του πεζού ποιήματος, πράγμα που φαίνεται από τη συνεχή ενασχόλησή του μ' αυτό, ακόμα και ως την περίοδο του όψιμου μεσοπολέμου, όταν ο Τσίρκας είχε δημοσιεύσει τις πρώτες του συλλογές ποιημάτων.

Από τη μεριά του, εκείνος, αν δούμε ορισμένα πεζά από τη συγκεντρωτική έκδοση των "Διηγημάτων" του (1978), αλλά και τον πρώτο τόμο των "Ακυβέρνητων Πολιτειών," τη "Λέσχη" (1960), δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήθελε να περάσει στην τεχνική του ένα κράμα ποιητικής υποβολής, λυρικής απροσδιοριστίας και ρεαλιστικής αληθοφάνειας. Και με αυτό το πρίσμα πρέπει να δούμε όσα επαινετικά είχε πει μεταπολεμικά, το 1950, στο περιοδικό "Αλεξανδρινή Λογοτεχνία", όπου και αναφέρθηκε με έντονο θαυμασμό στα πεζοτράγουδα του Νικολαϊδη, θεωρώντας τα υποδειγματικά στο είδος τους. Είναι άραγε αδιάφορος ο έπαινός του, στα χρόνια που ωρίμαζε μέσα του η ιδέα της μυθιστορηματικής σύνθεσης;

"Είναι κάτι αριστουργηματικές καμέες, υποδείγματα ύφους και γλώσσας, σκληρές και αρμονικές, τελειωμένες, απρόσβλητες από τα χρόνια και τους συρμούς. Η αρμονία της φόρμας τους, η στιλπνότητα της επιφάνειάς τους, η ευγένεια της υφής τους, ισορροπούνται και σφιχτοδένονται από τον μυστικό πυρήνα της ύπαρξής τους, το νόημα της πρόζας που πότε είναι μια συμβολική εικόνα, πότε μια λυρική ιδέα, πότε μια νοσταλγική ανάμνηση, και πάντα, πάντα, ένα κρύσταλλο από την πείρα και την πλατύτατη εποπτεία της Ζωής.

Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι αυτοί οι δύο αντίθετοι προσανατολισμοί, που υπήρχαν σχεδόν εξαρχής στο έργο του, τον διεκδικούσαν συνέχεια. Άλλοτε (προπάντων στη "Λέσχη") ωθώντας το προς μια ποιητική αφήγηση, με τη χαρακτηριστική μουσική ροηκότητα ως προς τον χειρισμό του χρόνου και τις αναδρομές στο παρελθόν, που αυτές ειδικά έχουν στην τεχνική του Τσίρκα μάλλον την έννοια της επιφύλαξης και της δυσπιστίας των προσώπων μπροστά στην πραγματικότητα που τα περιβάλλει. Άλλοτε όμως προς έναν πιο "αποδεικτικό" ρεαλισμό (ιδίως στη "Νυχτερίδα" και στην αναπαράσταση του ελληνικού κινήματος της Μ. Ανατολής) που προϋποθέτει κάποιους κοινούς ιδεολογικούς τόπους μεταξύ του συγγραφέα και του ειδοποιημένου αναγνώστη και που, γι' αυτόν τον λόγο, ίσως μετατρέπει την αναζήτηση της αλήθειας, μεταμορφώνοντάς την από διαγνωστική της ανθρώπινης ψυχής σε διαγνωστική της στρατηγικής των πολιτικών δυνάμεων. Όπως ο συγγραφέας ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικός, ως προς τα μυστικά τού εργαστηρίου του, στα χρόνια που ακολούθησαν τη γραφή και την έκδοση της τριλογίας, νομίζω ότι δίνεται πια η δυνατότητα σε μια οργανική συνεξέταση έργου και πεποιθήσεων, να ερευνήσει προσεκτικότερα την αναλογία που παρουσιάζεται ανάμεσα στη βαθμιαία μεταβολή της μυθιστορηματικής του τέχνης και στη σαφή μεταβολή της πολιτικής του συνείδησης.

Ασφαλώς δεν ήταν μικρό πράγμα για εκείνον, η αρνητική υποδοχή του μυθιστορήματός του, ιδίως από τα μέλη της πολιτικής του "οικογένειας". Σε μια όχι και πολύ μακρινή εποχή, όπου οι κυκλοφορίες των βιβλίων ήταν σχετικά χαμηλών ταχυτήτων, είναι εύλογο ότι μετρούσε πολύ περισσότερο για έναν συγγραφέα η γνώμη των "συντεχνιών" και των ιδεολογικά οικείων. Ακόμα και το 1975, μιλώντας με τη Βεατρίκή Σπηλιάδη, δείχνει να μην έχει ξεπεράσει καθόλου τις επιπτώσεις από την πολεμική της επίσημης κομματικής γραμμής της αριστεράς απέναντι στη "Λέσχη" και στην "Αριάγνη". Πράγμα που σημαίνει, μεταφερόμενο στο πεδίο της λογοτεχνικής δημιουργίας, ότι πράγματι ο επόμενος τόμος της τριλογίας γράφτηκε κάτω από τη σκιά του "ελέγχου της αριστεροσύνης" του Τσίρκα, ενός ελέγχου που είχε επιχειρηθεί ανοιχτά τόσο από τον Μάρκο Αυγέρη όσο και από τον Τάσο Βουρνά, ή, πιο μετριασμένα, από τον Άγγελο Διαμαντόπουλο. Ασφαλώς, δεν μπορούμε με κανέναν τρόπο να εικάσουμε τη μορφή και την τεχνική που θα χρησιμοποιούσε ο συγγραφέας στην "Αριάγνη" και στη "Νυχτερίδα" στην περίπτωση που τα πράγματα εξελίσσονταν διαφορετικά. Αν τα δεδομένα ήταν άλλα, εννοείται πως θα ήταν διαφορετική η υποδοχή και η πρόσληψη της "Λέσχης" από τους αισθητικούς κανόνες της τότε Αριστεράς. Όμως από την άλλη μεριά είναι πέρα από κάθε αμφιβολία το γεγονός ότι οι αισθητικές επιλογές του Τσίρκα, ακόμη και οι ίδιες οι αφηγηματικές του τεχνικές, συνδέθηκαν με βαθύτερα, ηθικά κίνητρα, απολύτως ομόκεντρα με τις διακυμάνσεις των ιδεολογικών του προβληματισμών.

Οι διακυμάνσεις δεν είναι υπόθεση εργασίας ή ερμηνευτικό σχήμα~ διαγράφονται άλλωστε αρκετά καθαρά στα "Ημερολόγια της Τριλογίας", όπου και φαίνεται ότι από τη μακρόχρονη κύηση μέχρι την ολοκλήρωσή της η μυθιστορηματική σύνθεση του Τσίρκα ακολούθησε την τροχιά ενός κύκλου. Στις πρώιμες απαρχές του 1946, το στοίχημα που βάζει ο συγγραφέας με τον εαυτό του αφορά σε ένα βιβλίο που θα κρατηθεί μακριά από την "πολιτική" περιγραφή της εποχής. "Η Λέσχη", όπως και να τη θεωρήσουμε, στενά συνδεδεμένη με τα υπόλοιπα ή όχι μέρος της τριλογίας, είναι το πρελούδιο μιας γοητευμένης από τον δημιουργικό οίστρο της, συγγραφικής συνείδησης. Αν και μπήκε στο στόχαστρο ορισμένων κριτικών που θεώρησαν ότι ο εμπρεσιονισμός της, η πλαστικότητα και η ελλειπτικότητα των περιγραφών που εντούτοις πάνε σαν γάντι στον σκεπτικισμό των προσώπων, οδηγούσε στη σπασμωδικότητα της αφήγησης, η αλήθεια είναι ότι εγκαινίαζε έναν νέο τροπισμό, σε μια πεζογραφία που γύρω στο 1960, όπως επισήμαινε διορατικά ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, "ήταν γενικά παλιά". Ενώ, με την "Αριάγνη" και τη "Νυχτερίδα" ο κύκλος αυτός κατά κάποιο τρόπο κλείνει". Για να εναρμονιστεί η τεχνική με την προοπτική του επικού πνεύματος που τώρα ενισχύεται, ο Τσίρκας επιστρέφει σε πιο δοκιμασμένα πρότυπα: στις στέρεες βάσεις της ρεαλιστικής τεχνικής. Συμψηφίζοντας όμως, μαζί με την "αισθητική αναδίπλωση" του ποιητή που περίμενε διαφορετικά τα πράγματα, και κάτι άλλο σημαντικό: ότι η τραυματική εμπειρία της υποδοχής της "Λέσχης" μεταμορφώνεται στην "Αριάγνη" και στη "Νυχτερίδα" σε δομικό στοιχείο της μυθιστορηματικής σύνθεσης. Το Ανθρωπάκι της "Λέσχης" δεν μας προϊδεάζει παρά ελάχιστα για το Ανθρωπάκι των δύο επόμενων τόμων. Και από αυτή την πλευρά νομίζω ότι η τριλογία αποτελεί ένα ιδεώδες παράδειγμα του πως μια οργανική, συγκριτική ανάγνωση, όταν αθροίζει στοιχεία ενδοκειμενικά και εξωκειμενικά, μπορεί να είναι πολύ περισσότερο γόνιμη. Νομίζω ότι τέτοιες ή ανάλογες συγκυρίες είχε ο Τσίρκας στο νου του όταν εμφανιζόταν να υπερασπίζεται μια πεζογραφία του "χρέους" ή, αλλιώς, μια πεζογραφία που δεν απέχει της συλλογικής σκηνής, αλλά, αντίθετα, εστιάζεται στο ηθικό μέρισμά της, έτσι όπως αυτό περνάει στη συνείδηση του κάθε μυθιστορηματικού προσώπου.

3

 

"Οι έρευνες που έκανα για τις ελληνικές παροικίες της Αλεξάνδρειας, [προορίζονταν για τη μελέτη του" Ο Καβάφης και η εποχή του"] μου έδωσαν το υλικό για το δεύτερο και τρίτο τόμο, που είναι "Η Αριάγνη" και " Η Νυχτερίδα".Μου έδωσαν μια ιστορική αίσθηση του χώρου. Τώρα το μυθιστόρημα, όταν πρωτοβγήκε, επειδή δοκίμασα να κάνω μια γραφή λίγο μοντέρνα στη "Λέσχη", περίμενα κριτικές, αλλά τίποτα, δεν είχε καμμία απήχηση. Εγώ, πάντως, συνέχισα το σχέδιό μου, και, στο δεύτερο τόμο, ήμουν πιο ρεαλιστής. Στον τρίτο, συμβιβάστηκα εντελώς πια, γιατί παραδέχθηκα ότι το κοινό δεν δεχόταν ακροβασίες".

Πράγματι, στις "Ακυβέρνητες Πολιτείες" διακρίνεται αμέσως μια κυμαινόμενη στάση του Τσίρκα ως προς τους τρόπους γραφής και ως προς τα θέματα που τον ενδιαφέρουν να αναπτύξει. Και τούτο, παρά το ότι τυχαίνει ορισμένα από τα διηγήματα να έχουν γραφεί κατά την ίδια χρονική περίοδο, και ενδεχομένως ο αναγνώστης να περίμενε να βρει σ' αυτά μια πιο ενιαία, ή, μάλλον, πιο συνεκτική στρατηγική. Το ότι δεν ταυτίζονται αλλά αποκλίνουν ή πάντως διαφοροποιούνται οι αφηγηματικές του τεχνικές, είναι αλήθεια πως πλούτισε το έργο του με μια γλωσσική και υφολογική πολυσημία, την οποία δεν είχε ποτέ η ποίησή του. Όμως, η προσπάθειά του να συνυφάνει ή και να εξισορροπήσει τη ρεαλιστική με τη συμβολιστική τεχνική, το μέσα και το έξω, το ιστορικό περιβάλλον και τις αποτυπώσεις που μπορεί να έχει στην εσωτερική ζωή των ανθρώπων, δεν διακρίνεται μόνο στα διηγήματα και στις νουβέλες του~ υπάρχουν κυρίως, σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα, στην τριλογία "ως στοιχεία της ίδιας της μυθοπλασίας".

Ο κάθε τόμος των "Ακυβέρνητων Πολιτειών", ειδικά σ' αυτή την πρόσφατη, χρηστικά σχολιασμένη έκδοσή τους από τη Χρύσα Προκοπάκη, αποτυπώνει έναν παραπλήσιο, επίμοχθο αγώνα του συγγραφέα, να συμβιβάσει ή να συνταιριάξει το είδος της μυθιστορηματικής τέχνης που κατά βάθος τον γοητεύει και, από την άλλη μεριά, τη μυθιστορηματική τεχνική που θα κερδίσει και θα πάρει μαζί της τον πολιτικά ομόδοξο αναγνώστη. Μπορεί αυτά τα δύο άκρα να λειτούργησαν ως συμπληγάδες, για έναν πεζογράφο που συχνά μετέφερε όσα αισθητικά και ιδεολογικά διλήμματα τον παίδευαν στην καρδιά της μυθοπλασίας του, αλλά φαίνεται πως τελικά πίστευε ότι η πολιτική δράση δεν ήταν εμπόδιο για να κατανοήσει κάποιος τον πολυτροπισμό του σύγχρονου μυθιστορηματικού λόγου. Το αντίθετο, μάλλον. "Νομίζω πως ένα καλός άνθρωπος με πολιτική δράση, ένας αγωνιστής, πρέπει να έχει υπόψη του και τον πολύπλοκο τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει ο λογοτέχνης, τη ζωή και τη δράση", γράφει στα "Ημερολόγιά" του με αφορμή τη σύγκρουση στη "Λέσχη", ανάμεσα στον Μάνο Σιμωνίδη και στο Ανθρωπάκι. Με μικρές παραλλαγές, η βάση του συλλογισμού αυτού μπορεί να ισχύσει για όλη την τριλογία. Ο Τσίρκας, με ελάχιστες αποκλίσεις, αυτόν τον ενεργό αναγνώστη είχε πάνω κάτω υπόψη του, και αυτόν συνήθως ήθελε να επικαλείται στις δημόσιες συζητήσεις του και στα παρεμβατικά του άρθρα.

Ο Αλέξης Ζήρας είναι κριτικός λογοτεχνίας

4

Τα έργα του:

 

Ποιήματα

1937. Φελλάχοι

1938. Το λυρικό ταξίδι

1946. Προτελευταίος αποχαιρετισμός και το ισπανικό ορατόριο

1981. Τα ποιήματα - 2η έκδοση 1996

Διηγήματα

1944. Αλλόκοτοι άνθρωποι

1947. Ο Απρίλης είναι πιο σκληρός

1954. Ο ύπνος του θεριστή

1957. Νουρεντίν Μπόμπα - 6η έκδοση 2000

1966. Στον κάβο

1978. Τα διηγήματα - 12η έκδοση 2003

 

Μυθιστορήματα

"Ακυβέρνητες πολιτείες"

1960. τόμος Α' Η λέσχη - 36η έκδοση 2002

1962. τόμος Β' Αριάγνη - 33η έκδοση 2002

1965. τόμος Γ' Η νυχτερίδα - 32η έκδοση 2002

1973. Τα ημερολόγια της τριλογίας

"Ακυβέρνητες πολιτείες" - 5η έκδοση 2004

"Δίσεχτα χρόνια"

1976. Χαμένη άνοιξη - 35η έκδοση 2002

 

Μελέτες

1958. Ο Καβάφης και η εποχή του (Κρατικό Βραβείο 1958)

11η έκδοση 2001

1971. Ο πολιτικός Καβάφης

 

Μεταφράσεις

1966. Anne Philipe: Όσο κρατάει ένας στεναγμός

1968. Pierre Jean Jouve: Στα βαθιά χρόνια

1968. Malcolm Lowry: Το μονοπάτι της βρύσης

1968. Αισώπειοι μύθοι

1968. Antoine de Saint-Exupery: Ο μικρός πρίγκιπας

1968. Ο θαυμαστός κόσμος των αδελφών Γκριμμ

1969. Cesare Pavese: Κοπέλες μόνες

1969. Stendhal: Οι Τσέντσι - 1599

1970. Εράσμου: Μωρίας εγκώμιον

1970. Peter Levi: Ο τόνος της φωνής του Σεφέρη

1972. Emmanuel Robles: Μια ιταλική άνοιξη

Πηγές: http://avgi-anagnoseis.blogspot.com

(0 votes)
Login to post comments
close

Sign up to keep in touch!

Be the first to hear about special offers and exclusive deals from TechNews and our partners.

Check out our Privacy Policy & Terms of use
You can unsubscribe from email list at any time